Image Style Adjuster

Notice: Test mode is enabled. While in test mode no live donations are processed.

Select Payment Method
Personal Info

Donation Total: €100,00

Λυκούργος Αγγελόπουλος Απάνθισμα

Λυκούργος Αγγελόπουλος:
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ και Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΝΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΧΟΡΟΥ 

Το συνέδριο αυτό είναι μια καλή ευκαιρία συνάντησης και συζήτησης, με ειλικρίνεια και σαφήνεια, των προβλημάτων αλλά και των προόδων της πανεπιστημιακής κυρίως κοινότητας στον τομέα μας, ευκαιρία από την οποία, πιστεύω, όλο και κάτι καλό θα προκύψει.


Από την πλευρά μου θεωρώ χρήσιμες μερικές σκέψεις για τη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής, όπως παρουσιάζεται το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, στα ωδεία και τις μουσικές σχολές, εκπαιδευτήρια από τα οποία χορηγούνται οι τίτλοι και αποκτάται η ειδίκευση της διδασκαλίας. Έτσι μας ενδιαφέρει άμεσα, το πώς γίνεται η διδασκαλία την τελευταία πεντηκονταετία τουλάχιστον, σε συνάρτηση με τους τρόπους εκτέλεσης και τις υπάρχουσες σχολές. 


Η διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής γίνεται επίσημα στα ωδεία και στις διάφορες μουσικές σχολές, κυρίως των Ι. Μητροπόλεων, και ανεπίσημα από ψάλτες που διδάσκουν την πράξη αλλά και τη θεωρία. Πρόκειται δηλαδή για διδασκαλία τέχνης και επιστήμης μαζί. Η δημιουργία μουσικών σχολών για τη διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής είναι παλιά παράδοση στην Κωνσταντινούπολη και αποτελεί το πρότυπο για τις κατά τόπους σχολές. 
Μας ενδιαφέρει εδώ η ίδρυση (1904) της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής του Ωδείου Αθηνών (το 2004 εορτάζονται πανηγυρικά τα 100 της χρόνια) από τον Κωνσταντινουπολίτη μουσικοδιδάσκαλο Κωνσταντίνο Ψάχο. Με πρότυπο τη σχολή αυτή δημιουργούνται στα ωδεία ανάλογες σχολές και έτσι χτίζεται η ωδειακή –όπως θα χαρακτηρισθεί μεταγενέστερα– παιδεία στη βυζαντινή μουσική. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως και τον 19ο αλλά και τον 20ο αιώνα δεν έλειψαν οι δάσκαλοι της μουσικής και ψάλτες που έρχονται από την Κωνσταντινούπολη στον Ελλαδικό χώρο, διδάσκουν τη μουσική και μερικοί αφήνουν πίσω τους πολυάριθμους μαθητές και μακροχρόνια παράδοση (Άνθιμος, Αρχιδιάκονος στο Μεσολόγγι, Γ. Βινάκης στη Χίο κ.λπ.).


Η διδασκαλία της βυζαντινής μουσικής στα ωδεία και η υποχρεωτική συνοίκηση της με την ευρωπαϊκή δημιούργησε σιγά-σιγά μιαν απαράδεκτη κατάσταση: τη διδασκαλία της χωρίς τη γνώση και τη χρήση της ενέργειας των σημαδιών και χωρίς την τήρηση των μικροδιαστηματικών ποικιλιών της πολυηχίας, αφού η εκμάθηση της βυζαντινής μουσικής γίνεται με συγκερασμένο όργανο, το πιάνο. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερο “βυζαντινοευρωπαϊκό” ύφος στην εκτέλεση της βυζαντινής μουσικής, όπου τα παλαιά κείμενα, –όπως φτάνουν σε μας με τις εξηγήσεις των Τριών Διδασκάλων και εφευρετών της μεθόδου που ισχύει από τις αρχές του 19ου αιώνα– δεν ερμηνεύονται με βάση την προφορική παράδοση, αλλά με τον τρόπο διδασκαλίας της δυτικής μουσικής (ξηροφωνία στην απόδοση, έλλειψη μικροδιαστημάτων, χρωματισμοί της μελωδίας κατά τη δυτική αντίληψη –πιανίσιμα, φορτίσιμα κ.λπ.). Σ’ αυτό συντελεί και το γενικότερο μουσικό κλίμα της εποχής, που έχει τις ρίζες του στην εποχή της Βαυαροκρατίας. 


Η επιβολή από την εποχή εκείνη ενός είδους δυτικής πολυφωνίας σε κεντρικές εκκλησίες των Αθηνών, καθώς και η μετέπειτα ανάπτυξη μιας υποτυπώδους διφωνίας, αφελούς μεν από μουσικής πλευράς, που χρησιμοποιούσε ωστόσο τις παραδοσιακές μελωδίες κακοποιώντας το ρυθμό και τον τροπικό χαρακτήρα τους, οδήγησαν σήμερα σε μια σύγχυση, ακόμα και ανάμεσα σε παραδοσιακούς ψάλτες. Γιατί βέβαια όσοι δεν επηρεάστηκαν από ωδειακές διδασκαλίες εξακολούθησαν να ψάλλουν παραδοσιακά, σώζοντας με τον τρόπο αυτό την προφορική παράδοση. 


Όμως, η προσπάθεια καταγραφής της ενέργειας των σημαδιών με αναλυτική σημειογραφία στα βιβλία παραδοσιακών ψαλτών, όσο κι αν είναι χρήσιμη στην έρευνα, αλλοιώνει τη μουσική σημειογραφία ανεπανόρθωτα, την αχρηστεύει, και την οδηγεί με μεγάλη πιθανότητα στην εξαφάνισή της. 


Αντίθετα, η πρόταση του σοφού δασκάλου Σίμωνος Καρά για επανένταξη ορισμένων συγκεκριμένων σημαδιών τής αμέσως προγενέστερης μεθόδου (που εξέφραζαν αντιστοίχως γνωστά μελίσματα, σωζόμενα στην προφορική παράδοση αλλά και στη γραπτή), εγγυάται την ασφαλή διατήρηση και λειτουργικότητα της σημειογραφίας, συμφώνως και προς τον χαρακτήρα του συστήματος. 
Ένα πρόσθετο “αμάρτημα” του ωδειακού τύπου παιδείας που περνάει αυτομάτως και χωρίς κανέναν έλεγχο και σ’ αυτούς ακόμα τους παραδοσιακούς ψάλτες, είναι η λογική της κάθετης ευρωπαϊκής αρμονίας στην τοποθέτηση του ισοκρατήματος, –της κρατημένης δηλαδή τονικής του τετραχόρδου,– που αλλοιώνει ή και εξαφανίζει το ήθος του ήχου, αποτέλεσμα και αυτό της άγνοιας του συστήματος της πολυηχίας. Γενικά, θα έλεγα πως αυτό το πλέγμα διδασκαλίας δεν επιτρέπει την αυθυπαρξία στη μελωδική υφή τής μουσικής αυτής, αλλά της δημιουργεί την ανάγκη μιας αρμονικής συνήχησης. Από εκεί και πέρα ο δρόμος της διολίσθησης στο ξενόφερτο δυτικό κακέκτυπο και της κακοποίησης της βυζαντινής μουσικής είναι εύκολος. 


Γιατί αυτό που είναι σημαντικό, πρωτεύον, σ’ αυτήν τη μουσική είναι η φωνή, η ερμηνεία της μελωδίας από τη φωνή και μάλιστα ενός ψάλτη. Έτσι, η συγκρότηση χορών και μάλιστα κατά τα πρότυπα των χορών του Οικουμενικού Πατριαρχείου τους τελευταίους αιώνες, που έψαλλαν το ρεπερτόριο που κι εμείς σήμερα ψάλλουμε –ή μπορούμε τουλάχιστον να ψάλλουμε– πρέπει να στηρίζεται σ’ αυτή την ερμηνεία και να αναδεικνύει το έργο, συμπληρώνοντας και τις ενδεχόμενες αδυναμίες της μιας φωνής (ως προς την έκταση λ.χ.) και όχι να δημιουργεί καινούργια προβλήματα ερμηνείας, όπως δυστυχώς συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Η συγκρότηση ογκωδών συνόλων –κατάλοιπο ίσως της περιόδου που οι ψάλτες μας ήθελαν να αντιπαρατάξουν πολυάριθμους χορούς απέναντι στις ογκώδεις πολυφωνικές χορωδίες– δεν επιτρέπει την ανάδειξη του μικροδιαστηματικού πλούτου της πολυηχίας και των λεπτομερειών εκείνων, που ζωντανεύουν την ερμηνεία ώστε να μην παραμένει ένα άκουσμα ουδέτερο, αδιάφορο και με ελαττώματα μουσικά.


Η διεύθυνση ενός βυζαντινού χορού δεν είναι απλή υπόθεση. Η στέρεη θεωρητική και πρακτική γνώση και άσκηση είναι προϋπόθεση για τη σωστή διεύθυνση ενός χορού. Εκεί που λείπει ή χωλαίνει μία από τις δύο, δεν μπορούμε να μιλάμε για μουσική ερμηνεία –και, δυστυχώς, έχουμε πολλά τέτοια ατυχή παραδείγματα στους καιρούς μας. 


Στον θεωρητικό τομέα τώρα, που συνδέεται οργανικά με τον τομέα της έρευνας, μετά το θεμελιώδες κείμενο της Νέας Μεθόδου, το «Μέγα Θεωρητικόν» του Χρύσανθου (1832), έχουμε μια σειρά θεωρητικών εκδόσεων, που αντιγράφουν σχεδόν η μία την άλλη, κι ακόμη τα πορίσματα της Επιτροπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου των ετών 1881-1883, ενώ στις μέρες μας (1982) πραγματοποιείται η έκδοση του δίτομου θεωρητικού και των μεθόδων της ελληνικής μουσικής του Σίμωνος Καρά, η σημαντικότερη έκδοση στον θεωρητικό και διδακτικό τομέα από τότε που εκδόθηκε το έργο του Χρύσανθου. Η πολυχρόνια, λεπτομερέστατη και τεκμηριωμένη στη γραπτή και προφορική πα-ράδοση έρευνα του Σίμωνος Καρά συμπληρώνει, διορθώνει, αναλύει και διασαφηνίζει κατά περίπτωση το θεωρητικό έργο του Χρύσανθου και της Επιτροπής του 1881-1883, και παρέχει μια συστηματική διδασκαλία του συνόλου της ελληνικής μουσικής (εκκλησιαστικής και παραδοσιακής). 


Νομίζω πως η ύπαρξη διαφοροποιήσεων ως προς το ύφος της ερμηνείας –που είναι και συνάρτηση της προφοράς του λόγου–ανταποκρίνεται στο χαρακτήρα της μουσικής μας, όπως και όλων των συγγενών μουσικών της ανατολής. 
Ακούγονται κατά καιρούς διάφοροι αφορισμοί και προτάσεις για κωδικοποίηση της μουσικής (που ήδη υπάρχει), για ενιαίο ύφος, για απόλυτη ομοιομορφία στην εκτέλεση και άλλα παρόμοια. Αυτές οι προτάσεις είναι εντελώς αντίθετες με το χαρακτήρα, την υφή και τη λειτουργία της μουσικής μας. Είναι αδιανόητη η απόλυτη τυποποίηση, η κατάργηση της ενέργειας των σημαδιών και η επιβολή της ξηροφωνίας, η ηθελημένη ή αθέλητη άγνοια της σημασίας που έχει η γνώση της γραπτής παράδοσης και η ερμηνεία της από την προφορική παράδοση, συμφώνως προς τις ενέργειες των σημαδιών που, όπως είναι γνωστό, προέρχονται από τους τόνους και τα πνεύματα της ελληνικής γλώσσας. 


Η καλή θεωρητική και πρακτική γνώση μάς οδηγεί στην ορθή ερμηνεία, στην οποία πρέπει όλοι να αποβλέπουμε.
Έτσι μπορούμε, νομίζω, να ελπίζουμε πως οι αγώνες και η πίστη μας στη δική μας μεγάλη παράδοση δικαιώνονται κάποτε.

 

Από την ομιλία που πραγματοποίησε ο Λυκούργος Αγγελόπουλος, Άρχων Πρωτοψάλτης της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, στο Α΄ Συνέδριο Βυζαντινής Μουσικής Θεσσαλονίκης – Διαπανεπιστημιακή συνεργασία που οργά¬νωσε το Κέντρο Εκκλησιαστικής Μουσικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

 

Νίκος Γκουράρος

Νίκος Γκουράρος

Related Posts

Comments

  1. Filothei

    June 4, 2024

    σσσσσ

    Reply

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Remove Category and Sermon