Image Style Adjuster

Notice: Test mode is enabled. While in test mode no live donations are processed.

Select Payment Method
Personal Info

Donation Total: €100,00

Λυκούργος Αγγελόπουλος Απάνθισμα

Λυκούργος Αγγελόπουλος:
ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΘΩ

Χαῖρε Ἅγιον Ὄρος καὶ θεοβάδιστον

Η πορεία άρχισε έτσι ένα μεσημέρι. Έκαιγε ο αυγουστιάτικος ήλιος τα σώματα μας και κει, στην παραλία της Ιερισσού με τη χοντρή πεντακάθαρη άμμο, δρόσιζαν τα κορμιά τους μερικοί νέοι, αγόρια και κορίτσια, κι έπαιζαν.

Η θάλασσα ήταν ακύμαντη –τέσσερες τόσες ώρες ταξίδι– ακόμα και την ώρα που το μοτόρι πλεύρισε στο μοναστήρι των Ιβήρων. Μόλις έπαιρνε να γέρνει ο ήλιος και τη θάλασσα ήσκιωναν τα βουνά και τα βράχια, που έπεφταν κατακόρυφα πιο πολύ. Αριστερά μας ανοιγόταν το πέλαγο. Το Αιγαίο.

Ήθελα να είμαι μόνος. Αδύνατο. Τριανταπέντε άνθρωποι στιβαγμένοι στο μοτόρι, εργάτες που πήγαιναν να δουλέψουν, τουρίστες από τη Γερμανία, επισκέπτες. Ήταν μονάχα ένας καλόγερος κι ένας άλλος που πήγαινε στον αδερφό του, μοναχό στο Όρος.

Οι τουρίστες μιλούν δυνατά στη γλώσσα τους, οι εργάτες έχουν τριγυρίσει το γέροντα και τον ρωτούν για κάτι. Πλησιάζω.

-Τον πήγα στο νοσοκομείο, λέει αυτός, δεν είχα άλλα λεφτά να καθήσω, έπρεπε κιόλας να γυρίσω στη Σκήτη μου.

– Αρρώστησε κανείς, πάτερ;

– Όχι…, να κάποιος κοσμικός χτύπησε ένα καλόγερο… να τον ληστέψει…

Από τους άλλους κοσμικούς μαθαίνουμε την ιστορία: Κάποιος κρύφτηκε στο κελλί του μοναχού, τον περίμενε και το βράδυ, που γύρισε από την εργασία του, τον μαχαίρωσε. Αυτός κατάφερε να συρθεί μέχρι την παραλία, ώσπου την άλλη μέρα το απόγευμα τον ανακάλυψαν οι μοναχοί που περνούσαν από εκεί σε κακά χάλια. Ζήτημα αν θα γλυτώσει. (Στο γυρισμό μάθαμε πως τον έφεραν στο Όρος να τον ενταφιάσουν).

Ταράζομαι.

– Μα δεν τους ξέρουν αυτούς τους ανθρώπους; Πώς τους επιτρέπουν την είσοδο στο Άγιον Όρος;

– Ποιός να τους εμποδίσει; Ύστερα πού τους ξέρουν όλους;

Αυτός ωστόσο ήταν γνωστό πρόσωπο. Τον καταζητούσαν κιόλας οι χωροφύλακες. Να έφυγε για τον «κόσμο» αποκλείεται. Ένας μου λέει εμπιστευτικά στο αυτί πως μπορεί να έχει καταφύγει σε κανένα κελλί κι εκεί να τον κράτησαν οι καλόγεροι. Έσκυψε ακόμα πιο πολύ και μου ψιθύρισε: Είτε γιατί δεν ήξεραν πως είναι φονιάς, είτε γιατί ξέροντας πως είναι κάνουν ό,τι έκανε ένας άγιος που έκρυψε το φονιά του αδερφού του, για ν᾽ αγιάσουν.

Έχουμε μαζευτεί οι περισσότεροι στη μια πλευρά ασυλλόγιστα κι ο καπετάνιος που κάθεται πίσω, ένας χοντρός με ψάθα, βάζει τις φωνές:

– – Ε, ας πάει κανένας στην άλλη μπάντα. Εκτός και θέλετε να πάρετε το μπάνιο σας…

Ο ίδιος εξακολουθεί να μαζεύει το σκοινί που έχει δέσει το τιμόνι ενώ στην άλλη μεριά κάθεται μόνο ο αδερφός του μοναχού και συζητάει με κάποιον για το ημερολόγιο. Λέει κι αυτός ό,τι άκουσε στο Όρος.

– Ήξεραν οι πατέρες ημών. Δεν έπρεπε να το αλλάξουν. Αυτό είναι έργο του Πάπα.

Είναι φανατικός παλιοημερολογίτης και ανένδοτος. Οι άλλοι τον ακούνε σιωπηλοί.

Πάλι έρχεται η επιθυμία της μοναξιάς. Πιστεύω πως είναι ο μόνος τρόπος να νοιώσεις όλη τη μαγεία μιας εξαιρετικά ασυνήθιστης και γοητευτικής αναδρομής. Έτσι γίνεται εκείνη τη μοναδική φορά που οι κλωστές του μύθου τυλίγονται στην ιστορία του ταξιδιού. Μα πώς θα νοιώσεις αυτή τη μαγεία που ταξιδεύει από τόσο βαθιά αν είσαι ξένος στην Ιστορία, ξένος στην Παράδοση, ξένος ακόμα στην Άσκηση; Εκεί πρέπει να ζήσεις, να μιλήσεις τη γλώσσα, τη μυστική γλώσσα της πίστης, τη δύναμη της Ορθοδοξίας, το μυστικισμό της νοερής προσευχής, για να ξεχωρίσεις έτσι το στοιχείο που σου χαρίζει αυτή τη μαγεία. Αμέτοχος, ψυχρός παρατηρητής μην προσπαθήσεις να ερμηνεύσεις την Άσκηση. Θα πέσεις στην πλάνη σαν τους παλιούς εκείνους αιρετικούς που χώριζαν το ποίμνιο του Χριστού από τα σφάλματα της ερμηνείας τους.

Πώς χωρίς πεποίθηση για τη Χάρη, θα μπεις στο περιβόλι της Παναγιάς;

Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστί.

Πρώτα το χειροσήμαντρο. Έπειτα το σήμαντρο που ακούγεται σαν καμπανάκι. Σε λίγο το μεγάλο ξύλινο σήμαντρο κρεμασμένο στο καμπαναριό. Η προεισαγωγή στην αγρυπνία.

Το σκοτάδι έχει γίνει πυκνό, φεγγάρι δεν έχει, η ώρα θα είναι δύο. Η ώρα είναι κι αυτή βυζαντινή: ορίζεται με τη δύση του ήλιου. Άρα είναι δυο ώρες από τη δύση του ήλιου. Απόψε έμεινε κι η πύλη ως τη μία ανοιχτή. Ξημερώνει βλέπεις του Σωτήρος. «Εκκλησία», φωνάζει έξω από το δωμάτιο μας ο αρχοντάρης. Τον είχαμε παρακαλέσει γι’ αυτό. Την περιμέναμε πολύ αυτή την αγρυπνία στην καλοκαιριάτικη νύχτα του Άθω.

Άλλο φυσικά είναι η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι του κόσμου κι άλλο εδώ. Θυμάμαι στην πατρίδα τα δικά μας μοναστήρια, την Κρεμαστή, τη Βλαχέρνα και το Φραγκαπήδημα, τη Σκαφιδιά με τους αγίους που ξεχώριζαν από τα μάτια, που τους είχαν εξορύξει οι Τούρκοι. Έπειτα τα πανηγύρια που κατέβαινε να ψάλλει ο αδερφός του πατέρα μου ο πρωτοψάλτης και κανένας μαθητής πια δεν τολμούσε να κάμει λάθος μπροστά στο δάσκαλο, γιατί αμέσως αντίκρυζε το φοβερό του βλέμμα κι όπου κάποτε κάποιος τολμηρός μαθητής έγραψε το παράπονό του σε ένα βιβλίο για να τον πειράξει κιόλας: «ο κ. Άρχων δεν καταδέχεται να ισοκρατεί, όταν ψάλλει ο λαμπαδάριός του».

Εδώ δεν έχει αγίους με ξεριζωμένα μάτια, εδώ φυλάχτηκαν οι άγιοι με χρυσόβουλα, με προνόμια και σουλτανικά φιρμάνια από τον καιρό που στήθηκαν στη θέση τους –κάπου πέντε με έξι αιώνες.

Έτσι τα θυμήθηκα καθώς έμπαινα στο Καθολικό για την ακολουθία. Ακόμα ήταν σκοτάδι κι ύστερα σιγά σιγά άναψαν δυο κεριά στο χορό, κι έπειτα κι άλλα ώσπου φωτίστηκε αχνά το Καθολικό, όταν άρχισαν τα Ανοιξαντάρια κι ύστερα σε όλη την αγρυπνία ο εκκλησιάρχης άναβε και έσβηνε τα κεριά ανάλογα με τις ώρες.

– Ελάτε να ψάλετε, μου λέει ένας νέος μοναχός. 

Διστάζω. Πώς να ηχήσει αρμονικά μια κοσμική φωνή στο κέντρο της μοναξιάς, στο μακρινό ερημητήριο της Ορθοδοξίας!

Πάλι η θερμή φωνή με προτρέπει:

– Ελάτε, όλοι θα ψάλουμε απόψε. Έτσι γίνεται στην αγρυπνία.

Το στασίδι είναι άνετο και απέναντι στέκει τυλιγμένη με ένα διάφανο κάλυμμα η ασημένια λεμονιά. Είναι δώρο από τον περασμένο αιώνα των Ελλήνων της Ρωσίας. Μάλιστα μου διηγήθηκαν πως τον καιρό που το κράτος βρισκόταν στα πρώτα του βήματα και τα μοναστήρια πουλούσαν τα σκεύη και τις περιουσίες τους, για να βοηθήσουν τη συγκρότησή του, πρόσφεραν και την ασημένια λεμονιά στον κυβερνήτη, για να την κάμει νομίσματα. Όμως εκείνος τους την ξανάστειλε πίσω.

– Κρατείστε τη λεμονιά, τους είπε, το κράτος θα βρει λεφτά. Έτσι η ασημένια λεμονιά στολίζεται κάθε δεκαπενταύγουστο και καίει στη χάρη της Παναγίας των Ιβήρων, της Πορταΐτισσας.

Ο Εσπερινός έχει κιόλας προχωρήσει, οι σκιές στην εκκλησία πληθαίνουν, αλλάζουν σχήματα, αλλάζουν ήχο, ο ναός χάνει το χώρο του. Μια σκέψη. Κι έπειτα άλλη.

– Λες να ανοίξουν τα ουράνια απόψε;

Παλιά ενδόμυχη ανάμνηση από την ηλικία των παραμυθιών..

– Λες να ανοίξουν…

Ωστόσο σκέφτομαι πως οι αμαρτωλοί δεν έχουν τη δύναμη να τα ιδούν. Εκεί κοντά μεσάνυχτα χωρίζεται ξαφνικά ο ουρανός και μονάχα οι αγνοί κι οι δίκαιοι που αγρυπνούν αξιώνονται να προσκυνήσουν τον Κύριο.

Το ρολόι δείχνει περασμένα μεσάνυχτα. Αργότερα γίνεται και η αρτοκλασία.

῾Η καρδία μου πρὸς Σὲ

Λόγε ὑψωθήτω.

Η άσκηση στον Άθω είναι μια δοκιμασία. Δοκιμασία του πνεύματος, δοκιμασία της καρδιάς. Ταξιδεύουμε έξω από το σήμερα, περπατάμε σε αχτίδες φωτός μακρινές, όσο μακρινές είναι κι οι εποχές που χωρίζουν την Ιστορία.

– Μνήσθητι, Κύριε, των αειμνήστων ημών βασιλέων Νικηφόρου και Ιωάννου των κτητόρων της Ιεράς Μονής ταύτης, λέει ένας ασπρομάλλης γέροντας. Κι είναι σα να κοιμήθηκαν χτες οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ο Νικηφόρος Φωκάς κι ο Ιωάννης Τσιμισκής.

Τι σημασία έχει ο χρόνος! Για ένα νέον άνθρωπο που κάνει την Άσκηση του στον Άθω αξίζει μονάχα η προσευχή και η αγνότητα.

«Διότι σκοπὸς ἐκείνων ποὺ αγωνίζονται κατά Θεὸν τέτοιος εἶναι, πρῶτον μὲν νὰ αποφύγουν ὅλον τὸν κόσμον καὶ τὰ τοῦ κόσμου… Ὄχι διατὶ εἶναι αὐτὰ ἐμποδισμένα ἢ βλαπτικά, ἀμὴ διατὶ δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ εὑρισκώμεθα μέσα εἰς αὐτὰ καὶ νὰ γλιτώνωμε ἀπὸ τὴν προσπάθειάν τους» γράφει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, στον ογδοηκοστό τρίτο Λόγο του.

Είναι τάχα φυγή αυτό; είναι προδοσία του κόσμου; Είναι λιποταξία από τον αγώνα που θεριεύει μέσα στη ζωή; Θα μπορούσα να δικαιολογηθώ στον εαυτό μου: ήξεραν οι πατέρες ημών που τα εθέσπισαν. Όμως δεν το κάνω. Αναζητώ μόνο μιαν απάντηση, ένα τείχος ασφαλές.

Ένας ερημίτης δεν σε δέχεται. Του χτυπάς την αυλόπορτα, του φωνάζεις, τον παρακαλείς. Τίποτα. Το σπίτι μέσα είναι ανοιχτό. Που θα πει: προσεύχεται, δεν έχεις το δικαίωμα να τον διακόψεις. Προσεύχεται πρώτα για τον εαυτό του, έπειτα για σένα, για τον κόσμο όλο. Έστω κι αν στάθηκε αδύνατος κι ανήμπορος να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής, το κατόρθωμά του είναι πάλι σημαντικότερο: εδάμασε τις επιθυμίες του, νέκρωσε τις αισθήσεις του, στέρησε τον εαυτό του.

– Δεν έρχονται, αδελφέ μου, να μονάσουν σήμερον, λέει η φωνή ενός νεαρώτατου θεολόγου. Η ζωή προσφέρει τόσας ανέσεις και απολαύσεις εις την εποχήν μας παρά άλλοτε, ώστε δυσκόλως εγκαταλείπει τις τα εγκόσμια δια να αφιερωθεί εις τον Κύριον. Μα πείτε μου, σας παρακαλώ: διατί να προτιμήσω την άνετον ζωήν του προσκαίρου αυτού βίου και να μην επιθυμήσω την αιώνιον ευτυχίαν της επουρανίου βασιλείας;

– Μα μόνο αυτός είναι, πάτερ μου, ο δρόμος που οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών;

– Δια τον μοναχόν και δια κάθε άνθρωπον, αδελφέ μου, η σωτηρία της ψυχής του πρέπει να είναι το κυριώτερον μέλημά του. Τότε τελειώνεται. Ενώνεται με τους Αγγέλους. Σμίγει με το φως. Γίνεται όλος πυρ κατά την ψυχήν. Διότι καθώς γράφει ο Άγιος Συμεών, ούτε η ψυχή είναι δυνατόν να ζει εάν δεν φωτίζεται από τον κτίστην της, ούτε το σώμα είναι δυνατόν να ζει εάν δεν δυναμώνεται από την ψυχήν.

Καθώς μου μιλούσε ήταν σα να έβλεπα κιόλας ένα όραμα, σαν την κλίμακα του Αγίου Ιωάννη: τη μοίρα των ανθρώπων στην αιώνια ζωή. Τη δικαίωση των καλών και την άνοδο στη βασιλεία του Πατρός, την πτώση των αδίκων, του φιλάργυρου, του μοιχού, του κλέφτη στο φοβερό στόμα του βύθιου Δράκοντα, του Τάρταρου, όπου ο τρυγμός και ο βρυγμός των οδόντων!…

Ένα γεράκι πέταξε από το βουνό κι εγώ συλλογίστηκα πόσο δύσκολο είναι πάντα να σκαρφαλώνεις στην κορφή του Άθω.

᾽Εγενόμην ὡς στρουθίον

μονάζον ἐπὶ δώμασι…

Από τη Λαύρα ως τα Κατουνάκια μάς ακολουθεί νοερά η μυστική φωνή του κυρ Ιωάννη Κουκουζέλη, του Μαΐστορος.

Ο γέροντας που πορευόταν μαζί μας στηρίχτηκε στο μπαστούνι του και μας έδειξε ένα κοίλωμα στο βράχο.

– Η σπηλιά του Κουκουζέλη, είπε. Ήταν πρωί κι αριστερά μας άπλωνε το Αιγαίο τη γαλάζια του διαφάνεια, δίχως να ριγεί πάνω της ένα κύμα.

– Εδώ έβοσκε τα τραγιά σαν τον άκουσε ο ασκητής να ψέλνει. Βγαίνει από το κελλί του, στήνει αυτί και αγναντεύει κατά το μέρος που ερχόταν η φωνή. Έμεινε δίχως τη δύναμη να σαλέψη: τα τραγιά μαγεμένα από την εξαίσια μελωδία στέκονταν ακίνητα και άκουγαν τον τραγουδιστή. Τρέχει στον ηγουμένο στη Λαύρα, τα διηγιέται. Αυτός εξετάζει τον Κουκουζέλη τον αναγκάζει να αποκαλυφθεί: ναι, ήταν ο αρχιμουσικός του αυτοκράτορα.

Η σπηλιά είναι ευρύχωρη όσο να χωράει ένας άνθρωπος σε ώρα βροχής. Σε λίγο ανταμώνουμε και δυο χωροφύλακες που γύριζαν ακόμα ψάχνοντας για το φονιά.

Κατεβαίνοντας στα Καρούλια μπαίνεις στο νόημα μιας πραγματικά ερημικής ζωής. Είναι αυτό ακριβώς που διαβάζουμε στη «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών»: «Ἀκτημοσύνη καὶ σιωπὴ θησαυρὸς ἐστι κεκρυμένος ἐν ἀγρῷ τῆς μοναδικῆς πολιτείας». Αλήθεια είναι πολύ πιστοί και γι αυτό πολύ φανατικοί οι ασκητές στο φοβερό Καρούλι.

Καθώς πάμε πέτρα την πέτρα έριζα στο κατακόρυφο βουνό σκέφτομαι τι χρειάζονται οι φανατισμοί, τι ωφελεί μια άρνηση σε κάτι που δεν είναι δόγμα, μα τύπος. Σου λένε: οι πατέρες έτσι όρισαν, έτσι πρέπει να μείνει. Μα αυτό ακριβώς που οι πολλοί δεν καταλαβαίνουν είναι κι η πιο ουσιαστική προσφορά του μοναχισμού στην Ελληνική Ορθοδοξία: ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας, προφυλάσσει από τον εκφυλισμό, υποχρεώνει στην ορθή εκτίμηση. Είναι η τρανότερη απόδειξη της πίστης που είναι χαραγμένη ανεξίτηλα στην πέτρα του ορθοδόξου μοναχισμού.

Θυμάμαι ένα λόγο που μας είπε ο πατήρ Θεόκλητος όταν εκφράζαμε θαυμασμό για τα υπέροχα βιβλία του:

– Μην παρασύρεσθε από αυτά. Να θαυμάζετε εκείνους που θεωρείτε αγράμματους και αμόρφωτους. Γιατί αυτοί π ι σ τ ε ύ ο υ ν. Κι αυτό μόνο έχει αξία.

Ο ησυχαστής που στέκει απέναντι μας λέει: 

– Ήρθαμε εδώ στο πιο απάτητο μέρος του Όρους πιστεύοντας πως βρήκαμε τη γαλήνη. Τώρα που να καταφύγουμε; Δεν περνάει μέρα που να μην πλησιάσει ένα καράβι με ανθρώπους που φωνάζουν για να μας δουν. Και δεν φτάνει αυτό, σέρνουν μαζί του και γυναίκες γυμνές που εμφανίζονται και μας ενοχλούν ακόμα πιο πολύ…

Βέβαια μέσα στο πρόγραμμα του τερπνού ταξιδιού δε θα ήταν άσχημο να δούν και τα αγριοπούλια που ζουν μέσα στις απόκρημνες φωλιές τους. Έτσι οι κοσμικές κυρίες θα έχουν ένα ακόμα ενδιαφέρον θέμα να διηγούνται…

Σὺ δὲ Κύριε

εἰς τὸν αἰῶνα μένεις…

Ταξιδεύουμε στο τέρμα του καλοκαιρού. Αλλάξαμε τα πρόσωπά μας, φορέσαμε ακόμα πιο ανθρώπινα, πιο αμαρτωλά. Όταν πλησιάσεις και γνωρίσεις έστω και σε έναν άνθρωπο μόνο κοντά, την αγιότητα, την τελειότητα, νοιώθεις όπως όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα μεγάλο συγγραφέα: μικραίνεις ελαττώνεσαι μέσα στο χώρο, δεν έχεις το κουράγιο να ζωγραφίσεις μια λέξη. Λες: δεν είμαι άξιος.

Η στιγμή που θα γίνει η ανακάλυψη είναι η πιο δραματική.

Καθώς ανηφορίζουμε τον Σεπτέμβρη συναντάμε το πρωτοβρόχι στην πλακόστρωτη αυλή ενός μοναστηριού.

Ο γέροντας που κατέβαινε την ώρα κείνη, κούτσαινε λίγο και στηριζόταν σε μπαστούνι. Δε μας γνώριζε, δεν τον ξέραμε. Μόνο αφού μάς ρώτησε από που ερχόμαστε, είπε:

– Σας παρακαλώ, τώρα που θα γυρίσετε στον κόσμο στείλτε μας μερικούς νέους. Δεν έρχονται τώρα νέοι για μοναχοί. Αλλά να είναι καλά παιδιά. Πρέπει κι εδώ η ζωή κι η παράδοση να συνεχιστούν…

Αργότερα μέσα στο μοτόρι που κόντεψε να αναποδογυρίσει από τα κύματα, είχαν βλέπεις πιάσει τα μελτέμια, μου παίδευε διαρκώς το νου αυτή η φράση:

«Η ζωή πρέπει κι εδώ να συνεχιστεί…».

Κι ήταν σα να άκουγες την αγωνία ενός μελλοθάνατου. Την αγωνία του ίδιου του Όρους: κρατείστε δυνατά την ελληνική ορθοδοξία.

Το απόγεμα η θάλασσα είχε γίνει πιο ήσυχη.

 

Δ Ο Κ Ι Μ Η, Περιοδική έκδοση για μια Νεοελληνική Δοκιμή, τεύχος 2, Οκτώβριος 1963 

Νίκος Γκουράρος

Νίκος Γκουράρος

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Remove Category and Sermon